Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

πονάν τα κωλομέρια μου απ' τις ενέσεις*

η υγρασία είναι στο 85% κι εσύ δεν βρίσκεις λίγη γαλήνη.
πονάς. δεν μπορείς καλά καλά να κάτσεις από τα τσιμπήματα στα ψαχνά σου. από τα ντρόγκια που νόμιμα πωλούνται στα φαρμακεία (αυτά τα μαγαζιά που πουλάνε φαρμάκια, ντε) που μόνιμα γέμισαν ασυνέχεις την αύρα σου και μώλωπες τη σάρκα σου.



που να εκπυρσοκροτήσουν τα όπλα και να σας αχρηστευτεί το χέρι.


*Xaxakes, πονάν τα χείλη μου απ΄ τα φιλιά

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

περί περιγραφής

πλαστικά. και τι δεν είναι πλαστικό πια. πλαστικά για να τραφούμε. πλαστικά για να νιώσουμε. και πλαστικά για να μη νιώσουμε.

νοτισμένα από το βρώμικο αγιάζι της αθήνας, ξημερώματα, πόσα πλαστικά σε διάφορα μεγέθη φιγουράρουν λερωμένα από την γλυστερή γλίτσα καταγής. κομμάτια ζωών κομματιασμένων που μετατρέπουν έναν τόπο σε μια ατέλειωτη χωματερή.

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

χώρισες (=χώρος άπλετος, που μου παραχώρησες)

ένα κρεβάτι με άπλετο χώρο, να αδειάσω όλες μου τις μικρότητες, όλα μου τα κομμάτια που αν τα συναρμολογήσεις θα σου δώσουν κάτι από το παλιό μου εγώ-μην κοιτάς στον καθρέφτη, δεν θα δεις παρά μια αχνή ανάμνηση των όσων ήξερες.

έλα πίσω, να με στριμώξεις στα δοκάρια εκείνης της φτωχικής, ατόφιας ιδέας, να με στριμώξεις πάνω στο στρώμα, να στριμώξεις τα κομμάτια του παζλ πάνω στο καδράκι, να θυμίσει το ρημαδιό ξανά τοπίο.

κιούσπα

μια ζωή.
δυο ζωές.
παράλληλες,
με επιθέσεις αλλεπάλληλες.


πώς να χωρέσω, καρδιά μου, τόσες καρδιές σ' ένα στέρνο?

πώς πόνεσαν τα μάτια μου
να προσπαθώ να ξεχωρίσω, να ξεψαχνίσω, να καθαρίσω ό,τι έχουμε για πέταμα.


κι ό,τι απόμεινε από ψυχή.

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

ο νονός

ήταν βραδάκι Ιούλη γύρω στις 10. όχι ώρα ιδιαίτερα προχωρημένη, ακατάλληλη δηλαδή, για τους οικογενειάρχηδες, τους εργαζόμενους, τους λεπτεπίλεπτους.

ο Θ. και η Μ., ζευγαράκι στα 20κάτι, μέσα σ' ένα σαράβαλο που δεν έπαιζε καν μουσική γιατί ένα σχεδόν φιλικό πρεζάκι (φίλη πρώην φίλου-νυν πρεζάκια, που για καιρό τον είχαν για νεκρό) τους έκλεψε τα σιντιά. και βρουμ, και βρουμ, και η παραλιακή απλωνόταν στο βάθος, θάλασσα με μια ηχώ καγκουριάς και σήψης. ο Θ ψηλός, αδύνατος από το γύρισμα στους δρόμους το ολοήμερο, καμμένος από τον ήλιο, καμμένος από χέρι. εκείνη η εξίσου (ηλιο)καμμένη συνοδός του ήταν ρακένδυτη, με σαικεντελάδικες βάρκες για παπούτσια και ένα βλέμμα κολλημένο.


Ο νονός. Τον είδαν να τους λέει να του βρούνε μια κοπελίτσα στα 20 της, λέει, για έναν εύπορο πενηντάρη, για να γλεντάει αυτός, εκείνη να παίρνει την άσπρη της, να παίρνει κι ένα διακοσάρικο αυτός που θα του πήγαινε ντελίβερι τη λεία, αυτή που θα σφαζόταν για πάρτη του σαν το αρνί το Πάσχα.


Κέρασε το ζευγαράκι από μια γραμμή, η Μ. "δε μ' αρέσει η άσπρη", ο νονός "είναι για τα πλουσιόπαιδα", η Μ. "δεν είμαι πλουσιόπαιδο".


Και μετά, ο νονός εξαφανίστηκε, για να φτιάξει λέει κάτι τύπους.



Μέρες κλεμμένες, μέρες του πνιγμού

Τον έλεγχες να πλησιάζει προκλητικά με αίσθηση
                                                        τα σβέρκα σου
                                 εκεί που σε γεμίζουν οι Ζωές
                                                  ελκυστικά σορόπια
                                      γέλια χαρές και γονιμότητα

 Ζντραβαλάνε τα κουδούνια του Βοριά
 καθώς σφυρίζει μανιασμένα στα σπασμένα σου ήδη τύμπανα.



Και το Έντομο
συνοδευόμενο απαραιτήτως απ' τη λευκή του κελεμπία
εγχύει αθόρυβα, επαγγελματικά, με τακτ
Κενά αέρως-

στα ήδη πνιγμένα στεγανά σου
θερμοκρασία 200 βαθμοί.


Κι ύστερα,
ακούστηκε μετά πως πέθανε δεμένος
ασφυκτικά, κατουρημένος-
ποτισμένος σε κίτρινο οξύ βενζοδιαζεπίνης-
και κεντημένος
σταυροβελονιά
απ' το 'να χέρι καήκανε λέει τα σπλάχνα του απ' το οξύ και το πύον.


Απ' το δεξί τον σκότωσε το Έντομο.

Γιατί, λέει, του κόστιζαν πολύ
τα φιλιά του.Κάθε φιλί κι ένα ευρώ.
Από 'κείνα που 'κανες τράκα στα βαγόνια του Υπουργίου.
Μπλιαχ.

Κι έτσι, κουλός κι απ' τα δυο χέρια, μαριονέτα εκείνων που ουρλιάζουν για τη χρησιμότητα των Φιλιών και των Εντόμων,
πνίγηκες δίπλα απ' τη σχεδία σου.
Την είχες φτιάξει από κόλυβα και ζιπρέξα.






 

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

http://www.detectiv.gr/

Κύριε Στρατή,

σχετικά με αυτές τις ορολογίες που "υποτίθεται ότι χρησιμοποιούν οι χρήστες" για τα ναρκωτικά, μπορείτε παρακαλώ να μου αναφέρετε τις πηγές σας? Τόσα χρόνια στην πιάτσα, δεν ακούσαμε σχεδόν τίποτα από αυτά.
Όσο για το "χασίσι μιας χρήσης", πληροφοριακά δεν υπάρχουν χασίσια πολλών χρήσεων.
Πρόκειται για κανονική και ασύστολη παραπληροφόρηση.
Ελπίζω να ληφθούν υπόψη.

Ευχαριστώ.
Τάκης

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Βίοι παράξενοι

και παράλληλοι, αυτό είναι το αξιοπερίεργο.

ο Μ. είναι ένας εργαζόμενος πολίτης. Οικογενειάρχης, με 4 παιδιά-μπουμπούκια. Η κοινωνία τον συμπονά κατά βάθος.



η Π. είναι παντρεμένη 30 χρόνια με τον Μ. και ζυγώνει τα 50. αγαπά την οικογένειά της με πολύ δοτικότητα. πάσχει από πολλά. δουλεύει αρκετά και ονειρεύεται να έχει 6, 7, 8 απογόνουνς. ο γιος της, Ν. κόντεψε να χάσει τη ζωή του από δικό του βίτσιο. η κόρη της Ρ. κόντεψε να χάσει τη ζωή της από δικό της βίτσιο. και οι 2 ζουν μόνοι, ο ένας αγκαλιά με ένα κράνος μοτοσυκλετιστή που δεν φορά παρά μόνο για να δει αν του πάει, στον καθρέφτη των απότομων στροφών, η άλλη αγκαλιά με τη σκέψη πού θα βρει χρήματα.



ο Ν. κονομάει καλά. πάνε όλα στο πάρκινγκ που νοικιάζει για το εργαλείο του. δουλεύει όλη μέρα και το δειλινό καυγαδίζει με διάφορα θηλυκά στο τηλ. ακούει εντατικά βολάνη και αγαπά να μισεί τους ελεεινούς του περιθωρίου.


η Ρ. γυρνάει σπίτι πατώντας στις μύτες για να μην συναντήσει κανέναν, γιατί για αρκετό καιρό ζει με τον Ν. ζει λίγο σκυφτά και μουρμουριστά και της αρέσει να τριγυρνά στο κέντρο της πόλης την στιγμή που σβήνουν τα βραδινά φώτα του δήμου και εύχεται να μην δει τους πολύ στενούς της ανθρώπους να ξανακάνουν εμετό, γιατί καταλήγει η ίδια ζάντα κ οι άλλοι κυριλέ. της αρέσει να είναι ζάντα, αλλά όχι οι άλλοι να είναι κυριλέ.



η Γ.- πάλαι ποτέ οικογενειακή φίλη. φοιτήτρια, αράζει με κόσμο, όλη την ώρα υπενθυμίζει στα αδέρφια την πετυχημενιά της στα πλάισια σοβαρού κι αστείου. νιώθει ευάλωτη κατά βάθος. θέλει να την κερνάς μπύρες και γενικά εκλεκτά εδέσματα. κατά πολύ βάθος, ξέρει ότι είναι για γέλια. και αν την κεράσεις, το παραδέχεται.

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Ακροβατώντας μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας 4.00π.μ.

Ακόμα κοιμάται εχθές την έπαιρνα όλο το βράδυ αγκαλιά και αυτή τραβιοτανε στα χέρια του μωρφεα. Με πείσμωσε πάλι και αναρωτήθηκα αν θα μπορούσα να ταξιδέψω μαζί της τον κόσμο η αν απλά θα καταλήγαμε να χωρίζουμε σε κάποιο κρατητήριο στην Νικαράγουα η στα μπουντρούμια κάποιας φυλακής στην Καμπότζη. Μάλλον το δεύτερο αλλά αμέσως σκέφτηκα ότι θα τα είχαμε ξαναφτιάξει στα καπάκια γιατί κάποιος από τους δυο μας θα είχε δηλιασει. Σκέφτηκα ότι προτιμώ να είμαι σε μια σχέση όπου υπάρχει δράση και τσακωμοί παρά σε ένα φλατ πράγμα που δεν μου προκαλεί καθόλου συγκίνηση. Νιώθω ότι μαζί της θα ένιωθα ασφαλείς οπουδήποτε στο κόσμο και ο μόνος θησαυρός που θα είχα θα ήταν η αγκαλια της. Σαν αναρχικος δεν σημφονω με την ατομικη ιδιοκτησια αλλα αυτην την θαλπωρη που μου δηνει η αγκαλια της την θελω αποκλειστικα για παρτη μου και ειναι το μονο που κραταω η εικονα της βαθεια μεσα μου σε καποιο ανακρητηριο-κολαστηριο Quadanamo για να αντεξω και να μην προδοσω την επανασταση.

Hasta la victoria Siempre

Τα κανονικά παιδιά

ο Φ. είναι λίγο κανονικός νομίζω. Πολύ λίγο, τόσο που δε με χαλάει. Αλλά να ρε παιδάκι μου, η κανονικότητα στον γκόμενο άσχημο πράμα.


Που λες, ο Φ. μου έδωσε την ιδέα-γιατί λέει το ήθελε. Να γράψει στο μπλογκ μου.


Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

σε αναμονή θανάτου 2 *

τον έβλεπες μπροστά να σου γνέφει να πας μαζί του. ήταν δελεαστικός, δε λέω. κόλαση, σώπα κυρ-τέτοιε, τι μας λες.

σε γοήτευσε η κάπα που έκρυβε τα μούτρα του. ω ναι, γιατί αν τα χες δει, σιγά να μην πήγαινες να τα κάνεις και παρέα. ουστ, λεχρίτη. που ρθες σε μας να κάνεις πλάκα.... (άντε σπάσε ρε μαλάκα)


μαλάκας κι εσύ, ξεθαρεύτηκες, ήξερες και κάτι ψιλά καράτε, πίσω και σ' έφαγα πουτάνας γιε. του πιάνεις την κουβέντα. καλά τα λέτε εκεί, ανάμεσα σε χώματα και αναχώματα.


και ξαφνικά, να σαι κάτω από κάτι μεγάλα φώτα τάβλα, μπα ζω?, όπα όπα σιγά αδελφή την πεταλούδα μας το μελάνιασες το έρμο, όχι εμένα χωνί στο στομαχάκι μου δεν μπαίνει, άσε μας κι εσύ κόσμε που κοιτάς τον σβήνοντα άνθρωπα με ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ (γουατ δε φακ).

που λες, η νοσοκόμα της ανάνηψης μου θύμιζε τη Σανάγου με κοντά μαλλιά.


Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

σε αναμονή θανάτου *

κι έτσι, με καθαρά μυαλά, δεν μπορώ να γράψω τίποτα. φαίνεται τα μυαλά μου θέλουν σαμπουάν και οινόπνευμα και χλωρίνη για να λειτουργήσουν. για να 'ναι καθαρά και πλυμένα απολυμασμένα. και  έπειτα, σκέφτομαι την ε..


η κορμοστασιά της σαν κρεμάστρα και τα ρούχα κρεμασμένα άχαρα πάνω της, σαν από ξένο σώμα, ένα σουλούπι ασουλούπωτο, που κάτι φόρμες προσπαθούσαν να συμμορφώσουν. με κοίταζε κοκαλωμένα  τα μάτια της γυαλένια. όταν κατάφερνε να ψελλίσει  προσπαθούσα να καταλάβω τι έλεγε. μπέρδευε τα λόγια της από τα μαγικά κρυσταλλάκια της χλωρίνης κι έτρωγε ντάγκλες πάνω στο λάπτοπ που έπαιζε Χερουβείμ και Ταλαμάσκα. προσπαθούσα να πω κάτι για τη μουσική, πάλι καλά που δεν ξέμεινα να προσπαθώ να συννενοηθώ για την Πάολα. μου είπε ότι ήταν κομμένη. δεν μ'αρέσει να υποβιβάζουν τη νοημοσύνη μου, είπα ξερά, ενώ εγώ προσπαθώ να ζαλιστώ από μια σταγόνα και να παρηγορηθώ έναντι της ύστατης ξεφτίλας, που σαν προφιτερόλ σε  περίοδο δίαιτας μου γαργαλούσε τον ουρανίσκο- μόνο που το προφιτερόλ δεν θ' ανοίξει τα πνευμόνια σου σαν γαρύφαλλο και μετά την έκρηξη των ιστών στο ίδιο σου το κορμί δεν θα καταλήξεις στον τάφο ή στην εντατική, όπως έμαθα χτες για κάποιον χ.

τρομοκρατημένη, με τη βοήθεια του Αγίου Χόφμαν, έπεσα σ' ένα μαχαίρι από την κρήτη, με μια σκαλιστή μαντινάδα. τσακ, τσακ, τσακ. τουλάχιστον, οι ουλές είναι αναστρέψιμες, σαν το τσίμπημα της πεταλούδας που θα σου μελανιάσει το χέρι κάνα δυο βδομάδες μόνο. τουλάχιστον, το αίμα μου δεν γέμισε απ' αυτό το υγρό που στα καρτούν το βάζουν σ' ένα μαύρο μπουκαλάκι με νεκροκεφαλή και, έστω κι αν έτρεξε, ήταν καθαρό, το έβλεπα.

την επόμενη, έλειπαν πράγματα από το μικρό μας κουκλόσπιτο. τα υπολόγισα, έβγαιναν ένα χαρτί ίσα-ίσα.


κρίμα που σε κέρασα θάνατο εν αγνοία μου. α, όχι, οι πληγές θα κλείσουν με τον καιρό. χτες άρχισα να φοράω ξανά κοντά μανίκια.


εσείς όμως, πότε?






..........
σε είδα σήμερα στα μέρη εκείνα που σμίγει η σαπίλα του ντουνιά μας, ιούλης, χαρά θεού, κι έψαχνες, έψαχνες, μουρμουρίζοντας.



*Μ. Πολυδούρη

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

κάτω στην πόλη

καημένο μου μπλογκάκι, τι μου φταις κι εσύ να σε γεμίζω αρρωστίλα! αλλά τουλάχιστον, με ξαρρωσταίνεις. είσαι το παύσιπονό μου, κι ας το έχω καταντήσει αηδία πια το θέμα. άλλωστε, εγώ έτσι κάνω με τα παυσίπονα και τα πάσης φύσεως σχετικά ματζούνια,  τα καταντάω αηδία, μέχρι να βρω το επόμενο αναλγητικό. που θα με κάνει στο τέλος να ντρέπομαι-είδες ντρέπομαι που σε ξεφτίλισα κι εσένα.


ωραίες μέρες, αλλόκοτες. τότε που όλοι οι δρόμοι σε οδηγούν εκεί. στην πόλη.
που όλα σε σπρώχνουν να γίνεις κι εσύ μια κουκκίδα πολύχρωμη στο μεθυσμένο αυτό αλισβερίσι-άραβες και νέγροι, βεδουίνοι με σπαθιά. εκεί που ο χάρος κάνει πανηγύρι, εμποροπανήγυρη βασικά, και που εσύ πλήρωσες θέση βι αη πι. την ακριβοπλήρωσες, γιατί το γλέντι έχει αίθουσες κι αίθουσες, κι εσύ ήθελες να πας σαλόνι. εκεί τα βλέπεις χιονισμένα. παγωμένα. πεθαμένα. στα άλλα σαλόνια, η σκόνη που κατακάθισε στα παράθυρα έχει άλλο χρώμα, πιο βρώμικο, καμία σχέση με το ευγενές λευκό.
κι εκεί, οι φίλοι σμίγουν. ο ένας κοντά στον άλλο, σκυφτοί, μουρμουρίζουνε ακατάληπτα, παρεούλες-παρεούλες, "σπασμένα σώματα μισά που τα πριόνισε το σκύψιμο".
ένας κάνει τράκες δεκάλεπτα, για να πάρει λεμόνια. για να μαγειρέψει το ζεστό του. δίπλα, ο σημερινός του φίλος έχει στρώσει ήδη κολατσιό. παραδίπλα, εσείς μαγειρεύετε, γιατί έκοψε λόρδα, και δυστυχώς το μαγείρεμα εκεί δεν είναι ποτέ ομαδικό και συλλογικό, αλλά μοναχικό και συλλογιστό.

περνάνε οι εργαζόμενοι.  περνάνε οι μέρες. περνάς κι εσύ, και κανείς δεν σε παίρνει χαμπάρι. σάμπως, δεν υπήρξες και ποτέ.



και περνάνε και όλα.
εκεί, κάτω στην πόλη.

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

αυτό.



ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΟ
Σκορπίζουν
των δακρύων οι μεγάλες συγκεντρώσεις.
Μνήμη και παρόν
ψάχνουν να κρυφτούν από τη διαύγεια τους.
Αραιά και που καμιά τουφεκιά
πότε από κείνο το ευκρινές
χαράκωμα ή λύπη πότε από αμυδρότερο.
Στρατηγική να δείξει τάχα
ότι έρχονται ενισχύσεις. Ας παραδοθεί.
Έχει σχεδόν επικρατήσει ή φωτογραφία σου.
Εξαπλώθηκε όπου βρήκε άμαχη επιφάνεια
αποδεκατισμένη αίσθηση πρόθυμη για γαλήνη.
Ανεμίζει στων βλεμμάτων τα υψώματα
όχι σαν έθιμο αδρανές μελαγχολικό
μα ως γενναίος συκοφάντης της απώλειας σου.
Μέρα τη μέρα πείθει πώς τίποτα δεν άλλαξε
Ότι ήσουν πάντα έτσι, από χαρτί
εκ γενετής φωτογραφία σε συνάντησα
ανέκαθεν πώς έτσι σ' αγαπούσα γυρολόγα
από εικόνα σε απεικόνιση
κι από απεικόνιση σε εικόνα σου αρκέστηκα.
Μνήμη και παρόν πρέπει να κρυφτούν
από τη διαύγεια τους.
Αραιά και που καμιά τουφεκιά αμυδρή
μαρτυρία υπέρ σου ή λύπη
ας παραδοθεί.
Ό μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ότι ζήσαμε
είναι ή απουσία μας
.



Κ. Δημουλά
Χαίρε Ποτέ

χμ.

περίεργο. μετά από 2 σχεδόν χρόνια απουσίας να ξαναπιάσεις μολύβι, όταν είχες συνηθίσεις να πιάνεις μόνο κώλους και κωλάντερα.

"σιγά σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη
να δίνει ωραίες συμβουλές μακροζωίας σε ό,τι έχει πεθάνει"


και τι να γράψεις. να γράψεις για τα σκατά? να γράψεις. για τα σκατά.

"γι' αυτά που ήρθαν, γι' αυτά που πάνε, για ό,τι χάθηκε στα μάτια μου μπροστά"



για τα ωραία. τα παράξενα. και τα κυριλέ.

"θα πεις
και πού δεν ήταν τότε θάλασσα".

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

επιμύθιο

κι εκείνες οι βραδιές οι αξημέρωτες, οι δηλητηριασμένες, τότε που περιφέρεσαι στον δρόμο, στις άδειες κι απύθμενες τρύπες της πόλης, σαν παιδί στα αχανή σου όνειρα, ένα κυνήγι του θυσαυρού για να βρεις το κομμάτι εκείνο που θα κάνει το παζλ της ζωής σου ολόκληρο..

εν λευκώ. τα όνειρα ξεπλύθηκαν με χλωρίνη και τα παράτησε κάποιος στα βρώμικα πλακάκια.

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

απόψε κάνεις μπαμ

απόψε τα μυαλά μου θα τιναχτούν στον αέρα..... θα λερώσουν πρόστυχα τους τοίχους, τις αφίσες, την κουρτίνα. θα φωσφωρίζουν μολυσμένα και μιερά. η καρδιά θα χτυπά μόνη δίχως σώμα, σαν εντόσθιο  έτοιμο να τηγανιστεί μαζί με τα υπόλοιπα συκώτια, νεκρή, υποτιμημένη.


ένα ουρλιαχτό. το αίμα. το αίμα. το αίμα...


και μετά το χάος.

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

ερωτικό

Σε γνώρισα μέσω κοινών μας φίλων-άλλωστε, κάθε φλερτ κάπως έτσι ξεκινάει, έτσι δεν είναι? Και, θυμάμαι, ήσουν μυστήρια. Δυσπρόσιτη, απαγορευμένη. Η γκόμενα που για να την κυκλοφορήσεις και να την κρατήσεις, θες φράγκα, πολλά φράγκα. Είσαι άλλωστε γνωστή στις κομπίνες για να τρως τα λεφτά του εκάστοτε εραστή σου-θα τον σφίξεις με τα μπούτια πάνω στο γαμήσι και μετά, μετά τι?

Μετά θα τον πας γαμιώντας. Θα σε αναζητά σε σκοτεινά σοκάκια, σκοτεινιασμένος και ο ίδιος, νευρικός, περιφερόμενος, και μόνος. Γιατί σ' έχει καψουρευτεί. Όχι, όχι, μην μπερδεύεσαι, δεν σ'έχει "ανάγκη". Δεν θα πονέσει, δεν θα χαρμανιάσει, δεν είναι εξαρτημένος. Απλά καψούρης, που σαν τον παράτησες δίχως την ηδονική σου παρουσία, πονάει. Είναι κενός, χωρίς έρωτα-πόσοι ποιητές, σάμπως, δεν μίλησαν για τον έρωτα και τη σημαντικότητά του στη ζωτικότητα μιας ψυχής?


Κάνει τα πάντα για να γυρίσεις σ'αυτόν, επιπόλαιο θηλυκό. Σε ψάχνει, σου τάζει πλούτη, κι όμως, εσύ θες κι άλλα, κι άλλα λεφτά, στο τέλος παίρνεις μόνο χρήματα, ρουφάς την καψούρα που σε θρέφει, ρουφάς ό,τι έχει απομείνει από συναίσθημα, δεν δίνεις τίποτα πίσω, αχάριστη ψεύτρα. Γιατί μου έλεγες ψέματα για τον έρωτά μας, με πρόδωσες, πρόδωσες την αγάπη μας, στο τέλος με άφησες κενό. Αναίσθητο. Θέρισες όλους τους καρπούς της αγάπης μου, για πάρτη σου τα κράτησες όλα το ξέρω, και δεν άφησες ψίχουλο για κάποια που θα με αγαπούσε αληθινά.

Το άγγιγμα σου το κρινόλευκο, τόσο ανάλαφρο, με παρηγορεί και μου χαϊδεύει απαλά, ύπουλα, ειρωνικά την καρδιά. Χαμογελάς σαδιστικά που δεν θα δώσω ποτέ στη ζωή μου τόση αγάπη σε καμιά άλλη μετά από 'σένα. Που για μένα ήσουν η μία.

Και μετά, μ' ένα μουδιασμένο φιλί, θα με αφήσεις να κοιτάω το ταβάνι, ν'αναπολώ όταν κάναμε έρωτα, καθώς θα πέφτει πάνω μου ο σοβάς.


Σάββατο 20 Απριλίου 2013

etsi apla

tha patisw meta to block gt ta skata den ta antexw mprosta mou, oxi oti fovamai min ta patisw.... apla me gemizoun misos k eimai thetikos anthrwpos.... NTROPI APLA....  eiste nea paidia k exete gemisei ton egefalo sas skata kai misos, toso misos, pou to vrikate re seis? diladi prepei na to anazitiseis kai g n t kaneis auto prepei na sai kakos... ti na pw... apla, makria apo olous, ziste monoi sas me to misos sas file, egw tin exw svisei apo olous osous tin eidan etsi. gt dn agapw apla tous allous, agapaw k tin parti mou k den ta thelw auta na me mavrizoun. aaaaaante geia....


s enan palio filo pou mou paikse poustia prin 7 xronakia k eimai xrewmeni mexri twra.... sygxwroume... alla den dexomaste tin kakia.... mpoulo

φάνης κ.



μετά από 'σένα ονειρεύτηκα.


έδειξες στη νύχτα μου πώς να υποδεχθεί το πιο λαμπερό και δροσερό χάραμα.


μετά από 'σένα έγραψα. ξανά. μου γέμισες την καρδιά κεχριμπαρένιες πένες, που μαγικά, ηλεκτριζόμενες από την μαγεία σου, ξέχυσαν το μελάνι τους, να ζωγραφίσει την ψυχή  μας.

με κάνεις να αγαπώ. να σε αγαπώ.

με κάνεις καλύτερο άνθρωπο.

σ'ευχαριστώ.

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

γιατί.....

...γιατί με κάνεις και γελάω με τα μούτρα μου
...γιατί με κάνεις και γελάω με τα μούτρα σου
...γιατί μαζί σου γελάω ακόμα κι όταν τρέχουν ιδρώτες απ' τα βλέφαρα
...γιατί μαζί σου χαμογελάω στην πουσάδα και αστράφτουνε τα σύννεφα
...γιατί μαζί σου χορεύω όταν η μουσική σταματά
....στην άμμο της ερήμου της μοναξιάς, στον πάγο της βουής της πόλης, γλυστράω σαν μεθυσμένη από στίχο σε στίχο της Χατζηλαζάρου, φτιαγμένη από κολώνα σε κολώνα στα κάγκελα του Πολυτεχνείου, κατρακυλάω σαν βότσαλο στη στοά κάτω από σπηλιά κολλημένη σε ακτή μολυσμένη από πολύχρωμα κομματάκια πλαστικού και γραμματόσημα


...γιατί με νιώθω σαν πορτοκαλί γατί μπροστά από παραστιά
γιατί σε νιώθω σαν πορτοκαλί κηλίδα σε γαλάζιο ουρανό


που λιώνει
λιώνει
λιώνει τοξικά, για να με ξαναφτιάξουνε με ζάχαρη


...κι όταν το πλήκτρο ωθεί το σφυράκι να χαιδέψει τη χορδή τσιμπώντας την, εσύ τσιμπάς τη σάρκα μου κι ανατριχιάζω



γιατί μαζί σου πονάω όταν πατάω ξυπόλυτη σε ροδοπέταλα
και περπατώ με τα χέρια στα κοτσάνια και με αγγίζουν ίσα τα αγκάθια


γιατί με κερνάς LSD και λούνα παρκ


...γιατί είσαι το κομμάτι της αρρώστιας μου
και μου σκας με λεπτές καρφίτσες -μπαμ- κάθε κύτταρο παραφουσκωμένο με αέρα και ήλιον με κρότο

γιατί μου φυσάς εσύ το ήλιον και με πας εκεί που τα μπαλόνια κανονικά δεν πάνε.



κι έτσι έζησαν αυτοί καλά (?) κι εμείς καλύτερα



"εις τον φάνη μετ' αγάπης"

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Ίσως κάποτε ξυπνήσεις και γυρίσεις τα άδεια μάτια σου στο φως, μα τότε δε θα ξέρεις πια αν είσαι ή αν δεν είσαι ζωντανός.

Ξυπνάς και είναι όλα ξέναΜε δυο μάτια τρομαγμένα και δειλάΚι απλώνεις τα δυο χέριαΓια να πιάσεις άλλα χέρια πιο γερά
Μέχρι να’ ρθει κάποια μέραΝα πετάξεις στον αέρα σαν πουλίΚοιτάς ψηλά στ’ αστέριαΚι όμως τόσα καλοκαίρια έχουν χαθεί
Και γίνονται οι μήνεςΣκουριασμένες λαμαρίνες στη βροχήΠροτού ο ήλιος δύσειΚάποιου άλλου έχεις ζήσει τη ζωή
Μετράς τα σκαλοπάτιαΚαι λυγίζουνε τα μάτια σου στο φωςΠερνάει κι αυτό το βράδυΚαι είσαι ακόμα μία μέρα ζωντανός
Άλλη μια μέρα ζωντανός
Κοιτάς τους λεπτοδείκτεςΣαν δεμένους δυναμίτες στη σιωπήΚαι σου’ ρχεται να τρέξειςΌσο πιο μακριά αντέξεις σαν παιδί
Ίσως κάποτε ξυπνήσειςΚαι γυρίσεις τα άδεια μάτια σου στο φωςΜα τότε δε θα ξέρεις πιαΑν είσαι ή αν δεν είσαι ζωντανός
Άλλη μια μέρα ζωντανός
Φοβάμαι τους ανθρώπουςΓιατί βρίσκουν πάντα τρόπουςΝα πληγώνουνε ανθρώπους




έπρεπε να 'μαι παραγωγική, λοιπόν. να γράφω το μπλογκάκι μου αργά και σταθερά και γοργά και συστηματικά. έπρεπε να παράγω, γιατί λέει αν δεν παράγεις στην κοινωνία συστηματικά είσαι και λιγάκι ακαμάτης. πρέπει να παράγεις έργο, με όποιο κόστος, κι ας είναι και σάπιο, και ξαναμασημένο, μη πω και τσίχλα που τη μάζεψες κολλημένη κάτω από το θρανίο να την ξαναφάς. αρκεί να κρατάς τα χέρια σου απασχολημένα και το μυαλό σου ντιπ άνιωτο κάθε φορά που γυρίζεις σπίτι κομμάτια και το μόνο που θες είναι ν' αφήσεις τον καναπέ σου να ρουφήξει όλη την επιβλαβή ενέργεια απ' τους ιστούς σου. γιατί αλλιώς μπορεί να βρεις ελεύθερο χρόνο και στην κοινωνία μας αυτό είναι μισητό. είναι ζηλευτό. είναι μεμπτό, κοίτα τον ακαμάτη που δεν πονάνε τα πόδια του επειδή  δεν φίλησε κατουρημένα σώβρακα για μια δουλίτσα, αχ μια δουλίτσα, κι ας πάθω κι αιμορροΐδες από τα ασάλιωτα.



ε δεν γαμιέται. κούκου. μπορεί να ξαναγράψω όταν η όλιβ θα γίνει χοντρή και του σπορτ μπίλλυ αδειάσει το βαλιτσάκι. 
αλλά, που 'σαι, στο ενδιάμεσο θα 'χω κάψει 5 τράπεζες, 2 υπουργεία, 2.890.600 εγκεφαλικά κύτταρα, δικά μου και των άλλων, και θα 'χω κάνει και καμιά αναδάσωση σε κανένα καμένο δάσος, έτσι για να 'χω περιπέτειες να λέω. αλλά μην μου το ζητήσετε!


Φοβάμαι και εσέναΓιατί θέλεις να πληγώνεις μόνο εμέναΌσο δεν πλήγωσες κανέναν

εκεί που οι μπλαβιασμένες μαριονέτες...



In the forest lives a monster/and he look so very much like me/is there someone hear me singing?/please save me/please rescue me/who will love me now/who will ever love me/who will say to me you are my desire/I’ll set you free


ανέκαθεν ήλπιζα ότι δεν είμαι μία από αυτούς. ήλπιζα ότι η καρδιά μου δεν είχε αναλύσει σαν το λίπος ενός προσώπου.


Ναι, είχαμε κοινά μ' αυτούς. Λίγα. Τα πυρετικά μάτια, η ντροπή για τα σκατόχαρτα που κερδίσαμε (?) κάνοντας σκατοπράγματα, με έναν σκοπό-να γίνουμε (σκατά). Το δηλητηριώδες αίμα που καταπώθηκε μπούκες ολόκληρες και καυτές από κάτι βλεννογόνους υποβιβασμένες σε εργαλεία κωλονοσκόπησης.
Τα βιδωμένα μεταξύ τους σαγόνια, τα άδεια μάτια τα μαύρα καθρέφτης πτωμάτων ανασαίνοντων στοιβαγμένων ανάμεσα σε μέταλα σουβλιά και θρύψαλα και πλαστικά και αδειανά περιεχόμενα με την τελευταία σταγόνα να γυαλίζει προκλητικά, κορμιά πονεμένα, πολύ πονεμένα, πονεμένα μέσα κι έξω,  κι όλα τα μέσα έξω, κατάχαμα στο πεζοδρόμιο να ποδοπατιούνται με θράσος νυχθημερόν από τα αόρατα βήματα των φαντασμάτων της πόλης.


Μαθαίνεις να φέρεσαι. Να παραφέρεσαι. Στο τέλος, να υποφέρεσαι. Δείχνοντας την καρδιά σου που μόνος σου έσφαξες, σαν ανάπηρο παιδί περιφέροντας την, εκμεταλλευόμενος την δυστυχία της, φερόμενος και πάλι σκατένια στον κόσμο μας, στον κόσμο σου, να κονομήσεις λίγη ακόμα από τη λύπηση που θα θρέψει τη μικρότητά σου.


Όχι, δεν σε έπνιξε το σύστημα, εσύ πνίγηκες. Που ήσουν δειλός να πολεμήσεις στο αντάρτικο της κοινωνίας μας με όποια σωματικά σου ελαττώματα, γιατί εγκατέλειψες τη μάχη, σα τον ανάξιο αγωνιστή, που αλητεύει σπάζοντας καρτοτηλέφωνα στη Πανεπιστημίου με μάρμαρα, αλλά προσφέρει ατέλειωτες ώρες στοματικού έρωτος στον Αφεντικούκο του, για να μην είναι αυτός εκείνος που θα απολυθεί λόγω περικοπών. Σα τον μαχητή που στο πρώτο δακρυγόνο ανάβει την Τι-Βι να δει τι απόγινε τελικά εκεί που ένα μάτσο κωλόπαιδα αποφάσιζαν για τη ζωή του.




Αποφάσισα να πιστέψω πως όλοι μπορούμε να είμαστε άνθρωποι με αισθήματα που παράγονται από αγνή ενδορφίνη. Την κανονική, όχι αυτή που κοτσάρεις σα φτηνό σοβά για να μπαλώσεις έναν μαδημένο τοίχο. (Τυπώνοντας αρχικά, εκ παραδρομής έγραψα "τύχο", πράμα αλλόκοτο, μιας και από τα μικράτα μου υπήρξα ορθογραφημένη όσο και αυτοκαταστροφική. Τυχαίο? δεν το' ψαξα και πολύ...)



Κι εκεί που ζούσα το Ρομάντζο μου μακριά από το θέατρο του θανάτου, μακριά από σχοινοβάτες και τσίρκο πια, βρέθηκα να παρακολουθώ μια παράσταση στημένη τόσο ευρηματικά, όσο ευρηματικά μπορείς να καταστρέψεις μια ζωή με χίλιες δυο πατέντες και κόλπα και μυστικά κοινά καλύτερης ξεφτίλας.

Μικρού μήκους ταινία. Δωρεάν το εισητήριο. Δωρεάν πλανάται η αντίληψη πως είσαι τόσο δεν είσαι ψαγμένος σινεφίλ, που θα εκτιμήσεις κάθε κινηματογραφική χλέπα που θα σου ρίξουν ξεδιάντροπα στη μούρη. Και δεν θα το καταλάβεις καν πως σε τράβηξαν σ' εκείνον τον σιχαμερά κακής αισθητικής κινηματογράφο με τις σκονισμένες μοκέτες με τα αποτσίγαρα και σκηνές με μπάτσους που κυνηγάνε μεθαμφεταμίνες με υγρά μπαταρίας και πράσινους ελέφαντες.


Και μετά, χαρούμενος για το χάπι-εντ, θα φας το χάπι ιν δι εντ και θα κοιμηθείς χαμογελώντας ξημερώματα, χαμογελώντας που δεν ήξερες, βαρύς μέσα στη βαρύτητα της σκέψης σου που ήδη τρέχει.





Αγαπώ, σ' αγαπώ ανυπεράσπιστη μου χαρά.